Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Topical anesthesia
01
τοπική αναισθησία, επιφανειακή τοπική αναισθησία
a type of numbing medicine applied directly to the skin or surface of the body to stop pain in a specific area during a procedure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
topical anesthesias
Παραδείγματα
The doctor used topical anesthesia to numb the area before stitching up the wound.
Ο γιατρός χρησιμοποίησε τοπική αναισθησία για να μουδιάσει την περιοχή πριν ράψει την πληγή.



























