toper
Pronunciation
/tˈoʊpɚ/

Ορισμός και σημασία του "toper"στα αγγλικά

01

πονηρόκαρδος, μεθύστακας

a person who drinks alcoholic beverages (especially to excess)
toper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
topers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store