top hat
top
tɑ:p
ταπ
hat
hæt
χαιτ
/tˈɒp hˈat/

Ορισμός και σημασία του "top hat"στα αγγλικά

01

ψηλό καπέλο, καπέλο τόπ

a tall flat-topped hat made by silk with a narrow brim, worn by men on formal occasions
top hat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
top hats
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store