toothache
tooth
tuθ
τουθ
ache
eɪk
εικ

Ορισμός και σημασία του "toothache"στα αγγλικά

01

πονοδόντι, πόνος δοντιού

pain felt in a tooth or several teeth 
toothache definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
toothaches
Παραδείγματα
After eating too many sweets, she got a severe toothache. 

Αφού έφαγε πολλά γλυκά, πήρε έναν σοβαρό πονόδοντο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

toothache

tooth

+

ache

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store