toothache
Pronunciation
/ˈtuːθˌeɪk/

Ορισμός και σημασία του "toothache"στα αγγλικά

01

πονοδόντι, πόνος δοντιού

pain felt in a tooth or several teeth
toothache definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toothaches
Παραδείγματα
She scheduled an appointment with her dentist to treat her toothache.
Προγραμμάτισε ένα ραντεβού με τον οδοντίατρο της για να θεραπεύσει τον πονοδόντιο της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store