toolshed
tool
ˈtu:l
tool
shed
ʃɛd
shed
/tˈuːlʃɛd/

Ορισμός και σημασία του "toolshed"στα αγγλικά

01

υπόστεγο εργαλείων, αποθήκη εργαλείων

a shed for storing tools
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toolsheds

Λεξικό Δέντρο

toolshed

tool

+

shed

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store