Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tonal language
01
τονική γλώσσα
a language in which variations in pitch or tone can distinguish different words or convey different meanings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tonal languages



























