tome
tome
təʊm
tewm
loamroamnomeRome

Ορισμός και σημασία του "tome"στα αγγλικά

01

ένας τόμος, ένας όγκος

a large, heavy, and typically scholarly book, often containing extensive information on a particular subject 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tomes
Παραδείγματα
The library shelves were filled with ancient tomes containing knowledge from civilizations long gone. 

Τα ράφια της βιβλιοθήκης ήταν γεμάτα με αρχαίους τόμους που περιείχαν γνώσεις από πολύ παλιούς πολιτισμούς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store