tom
tom
tɒm
tom
somnompromguam

Ορισμός και σημασία του "tom"στα αγγλικά

01

ένας αρσενικός οικόσιτος γάτος ή ένας αρσενικός ινδικός κόκορας, γάτος αρσενικός ή ινδικός κόκορας αρσενικός

a male domestic cat or a male turkey 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toms
02

μαστίγιο, καρβούνι

whip with or as with nettles 
03

γαλοπούλα, αρσενική γαλοπούλα

male turkey 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store