toffee
Pronunciation
/ˈtɑfi/

Ορισμός και σημασία του "toffee"στα αγγλικά

01

μαλακή καραμέλα, τόφι

a soft sweet which is made by boiling butter and sugar together and flavoring it
toffee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toffees
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store