toenail
toe
ˈtəʊ
tew
nail
neɪl
neil
trenail

Ορισμός και σημασία του "toenail"στα αγγλικά

01

νύχι του ποδιού, νύχι δακτύλου ποδιού

the hard smooth part covering the end of each toe 
toenail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toenails
Παραδείγματα
She accidentally stubbed her toe and broke a toenail. 

Χτύπησε κατά λάθος το δάκτυλο του ποδιού της και έσπασε ένα νύχι ποδιού.

to toenail
01

οδηγώ πλάγια, σφυρηλατώ πλάγια

drive obliquely 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
toenail
γ΄ ενικό πρόσωπο
toenails
ενεστώτα μετοχή
toenailing
απλός αόριστος
toenailed
παθητική μετοχή
toenailed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store