Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Toenail
01
νύχι του ποδιού, νύχι δακτύλου ποδιού
the hard smooth part covering the end of each toe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toenails
Παραδείγματα
She injured her toenail while hiking in tight boots.
Τραυμάτισε το νύχι του ποδιού της ενώ πεζοπορούσε με στενά μποτάκια.
to toenail
01
οδηγώ πλάγια, σφυρηλατώ πλάγια
drive obliquely
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
toenail
γ΄ ενικό πρόσωπο
toenails
ενεστώτα μετοχή
toenailing
απλός αόριστος
toenailed
παθητική μετοχή
toenailed
Λεξικό Δέντρο
toenail
toe
nail



























