toff
toff
tɒf
tof
doffscofftroughone-off

Ορισμός και σημασία του "toff"στα αγγλικά

01

πλούσιος, αριστοκράτης

a rich or upper-class person, typically seen as posh or privileged 
Dialectbritish flagBritish
toff definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toffs
Παραδείγματα
The private school was full of toffs who spoke with plumy accents. 

Το ιδιωτικό σχολείο ήταν γεμάτο τοφς που μιλούσαν με κομψές προφορές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store