Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Toad
01
φρύνος, βουφονίδες
any kind of frog that has a dry leathery skin, which is more terrestrial and has shorter hind limbs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toads
02
βάτραχος, κάθαρμα
a person regarded as ugly, unpleasant, or repulsive
informal
offensive
to toad
01
συντρίβομαι, θρυμματίζομαι
(surfing) to get thrashed or heavily pummeled by a wave, typically resulting in a wipeout
informal
specialized
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
toad
γ΄ ενικό πρόσωπο
toads
ενεστώτα μετοχή
toading
απλός αόριστος
toaded
παθητική μετοχή
toaded



























