tit
tit
tɪt
tit
tibit

Ορισμός και σημασία του "tit"στα αγγλικά

01

παπαδίτσα, αιγίθαλος

a small songbird with a plump body and long tail, common in Eurasia and Africa 
tit definition and meaning
02

στήθος, βυζί

a woman's breast 
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tits
Παραδείγματα
The nurse explained how to check each tit for lumps. 

Η νοσοκόμα εξήγησε πώς να ελέγχετε κάθε στήθος για εξογκώματα.

03

θηλή, ρύγχος

the small projection of a mammary gland 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store