Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tit
01
παπαδίτσα, αιγίθαλος
a small songbird with a plump body and long tail, common in Eurasia and Africa
02
στήθος, βυζί
a woman's breast
slang
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tits
Παραδείγματα
The shirt revealed one of her tits.
Το πουκάμισο αποκάλυψε ένα από τα στηθιά της.
03
θηλή, ρύγχος
the small projection of a mammary gland



























