Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tire out
01
κουράζω, εξαντλώ
to make someone exhausted through physical or mental activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
tire
ενεστώτας
tire out
γ΄ ενικό πρόσωπο
tires out
ενεστώτα μετοχή
tiring out
απλός αόριστος
tired out
παθητική μετοχή
tired out
Παραδείγματα
She tried to tire out her energetic puppy with a long walk.
Προσπάθησε να κουράσει το ενεργητικό της κουτάβι με μια μεγάλη βόλτα.



























