Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tire out
[phrase form: tire]
01
κουράζω, εξαντλώ
to make someone exhausted through physical or mental activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
tire
ενεστώτας
tire out
γ΄ ενικό πρόσωπο
tires out
ενεστώτα μετοχή
tiring out
απλός αόριστος
tired out
παθητική μετοχή
tired out
Παραδείγματα
The demanding project tasks inevitably tire out the team.
Οι απαιτητικές εργασίες του έργου κουράζουν αναπόφευκτα την ομάδα.



























