tirade
ti
taɪ
tai
rade
ˈreɪd
reid
trade

Ορισμός και σημασία του "tirade"στα αγγλικά

01

οργισμένη ομιλία

a lengthy speech that uses harsh and angry language and intends to condemn or criticize 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tirades
Παραδείγματα
The manager delivered a tirade against the team’s poor performance. 

Ο μάνατζερ εκφώνησε μια οξεία ομιλία κατά της κακής απόδοσης της ομάδας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store