Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tipple
01
μια μικρή ποσότητα αλκοολούχου ποτού, ένα μέρος όπου σερβίρονται ή καταναλώνονται αλκοολούχα ποτά
a small amount of alcoholic beverage or a place where alcoholic drinks are served or consumed, such as a bar or a pub
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tipples
to tipple
01
πίνω αλκοόλ, απολαμβάνω ένα ποτήρι
to regularly enjoy drinking alcohol without excess
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tipple
γ΄ ενικό πρόσωπο
tipples
ενεστώτα μετοχή
tippling
απλός αόριστος
tippled
παθητική μετοχή
tippled
Παραδείγματα
She prefers to tipple a bit of whiskey to unwind in the evening.
Προτιμά να πίνει λίγο ουίσκι για να χαλαρώσει το βράδυ.



























