tinker
Pronunciation
/ˈtɪŋkɝ/

Ορισμός και σημασία του "tinker"στα αγγλικά

01

καζανάς, τσιγγάνος επισκευαστής μεταλλικών σκευών

formerly a person (traditionally a Gypsy) who traveled from place to place mending pots and kettles and other metal utensils as a way to earn a living
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tinkers
02

συνεχιστής, άτομο που απολαμβάνει να επιδιορθώνει και να πειραματίζεται με μηχανές

a person who enjoys fixing and experimenting with machines and their parts
to tinker
01

πειραματίζομαι, τεμπελιάζω

do random, unplanned work or activities or spend time idly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tinker
γ΄ ενικό πρόσωπο
tinkers
ενεστώτα μετοχή
tinkering
απλός αόριστος
tinkered
παθητική μετοχή
tinkered
02

πειραματίζομαι, ασχολούμαι χωρίς ειδίκευση

to attempt to repair something in an experimental or unskilled way
Παραδείγματα
She encouraged her son to tinker with the broken toy car to see if he could repair it himself.
Παρότρυνε τον γιο της να πειραματιστεί με το σπασμένο παιχνιδάκι για να δει αν μπορούσε να το επισκευάσει μόνος του.
03

εργάζομαι ως τενεκέτζης, κατασκευάζω ή επισκευάζω πρόχειρα

work as a tinker or tinkerer

Λεξικό Δέντρο

tinker
tink
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store