Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ting
01
κουδούνισμα, κωδωνισμός
a light clear metallic sound as of a small bell
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tings
02
κορίτσι, γκόμενα
a girl or woman, often used to refer to someone in a romantic or sexual context
Dialect
British
slang
Παραδείγματα
Proper ting, that one; everyone knows her.
Κατάλληλη ting, εκείνη; όλοι την ξέρουν.
to ting
01
κουδουνίζω, εκπέμπω ένα ελαφρύ μεταλλικό ήχο
make a light, metallic sound; go `ting'
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ting
γ΄ ενικό πρόσωπο
tings
ενεστώτα μετοχή
tinging
απλός αόριστος
tinged
παθητική μετοχή
tinged
02
κάνω να κουδουνίσει, παράγω μεταλλικό ήχο
cause to make a ting



























