Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Timing
01
χρονισμός, χρονομέτρηση
the time when something happens
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
χρονομέτρηση, τάιμινγκ
the regulation of occurrence, pace, or coordination to achieve a desired effect (as in music, theater, athletics, mechanics)



























