Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Time to come
01
έρχομενη εποχή, μέλλον
the period or events that will occur in the future
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The decisions made today will determine the time to come for future generations.
Οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα θα καθορίσουν τον επερχόμενο χρόνο για τις μελλοντικές γενιές.



























