time to come
Pronunciation
/tˈaɪm tə kˈʌm/

Ορισμός και σημασία του "time to come"στα αγγλικά

01

έρχομενη εποχή, μέλλον

the period or events that will occur in the future
time to come definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The decisions made today will determine the time to come for future generations.
Οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα θα καθορίσουν τον επερχόμενο χρόνο για τις μελλοντικές γενιές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store