time to come
time
taɪm
taim
to
come
kʌm
kam

Ορισμός και σημασία του "time to come"στα αγγλικά

01

έρχομενη εποχή, μέλλον

the period or events that will occur in the future 
time to come definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
times to come
Παραδείγματα
We must prepare ourselves for the time to come when the economy improves. 

Πρέπει να προετοιμαστούμε για τον ερχόμενο καιρό όταν βελτιωθεί η οικονομία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store