Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
time-honored
01
σεβαστός, παραδοσιακός
(of traditions, practices, or customs) respected and followed for a long time because of their enduring value or significance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most time-honored
συγκριτικός βαθμός
more time-honored
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The time-honored ceremony has been celebrated in our family for generations.
Η παραδοσιακή τελετή γιορτάζεται στην οικογένειά μας για γενιές.
02
παραδοσιακός, αρχαίος
acceptable for a long time



























