Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
time-consuming
01
χρονοβόρος, μακρύς
(of an activity, task, or process) taking up a significant amount of time, and therefore requiring a considerable amount of effort or patience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most time-consuming
συγκριτικός βαθμός
more time-consuming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The process of renovating the old house was extremely time-consuming, taking several months to complete.
Η διαδικασία ανακαίνισης του παλιού σπιτιού ήταν εξαιρετικά χρονοβόρα, χρειάστηκε αρκετούς μήνες για να ολοκληρωθεί.



























