Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tillage
01
γεωργική καλλιέργεια, καλλιέργεια
arable land that is worked by plowing and sowing and raising crops
02
καλλιέργεια εδάφους, εργασία του εδάφους
the cultivation of soil for raising crops
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tillages
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
tillage
till



























