tillage
ti
ˈtɪ
ti
llage
lɪʤ
lij

Ορισμός και σημασία του "tillage"στα αγγλικά

01

γεωργική καλλιέργεια, καλλιέργεια

arable land that is worked by plowing and sowing and raising crops 
tillage definition and meaning
02

καλλιέργεια εδάφους, εργασία του εδάφους

the cultivation of soil for raising crops 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tillages
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store