Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Till
01
ταμείο, ταμειακή μηχανή
a machine that is used in restaurants, stores, etc. to calculate the overall price of something, store the received money, and record each transaction
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tills
Παραδείγματα
During the audit, they found a discrepancy in the till, prompting a review of the transactions from the previous week.
Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, βρήκαν μια απόκλιση στο ταμείο, γεγονός που οδήγησε σε αναθεώρηση των συναλλαγών της προηγούμενης εβδομάδας.
02
δημόσιο ταμείο, κρατικό ταμείο
a treasury for government funds
03
till, μοραίνη
unstratified soil deposited by a glacier; consists of sand and clay and gravel and boulders mixed together
to till
01
καλλιεργώ, οργώνω
to prepare the soil for planting by digging, stirring, or turning it over using a tool such as a plow or a tiller
Transitive: to till soil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
till
γ΄ ενικό πρόσωπο
tills
ενεστώτα μετοχή
tilling
απλός αόριστος
tilled
παθητική μετοχή
tilled
Παραδείγματα
Tilling the soil before planting helps to improve drainage and root growth.
Η καλλιέργεια του εδάφους πριν από τη φύτευση βοηθά στη βελτίωση της αποστράγγισης και της ανάπτυξης των ριζών.
Λεξικό Δέντρο
tillable
tillage
till



























