Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Till
01
ταμείο, ταμειακή μηχανή
a machine that is used in restaurants, stores, etc. to calculate the overall price of something, store the received money, and record each transaction
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tills
Παραδείγματα
The cashier quickly rang up the items at the till, making sure to give the customers their change.
Ο ταμίας σάρωσε γρήγορα τα αντικείμενα στο ταμείο, φροντίζοντας να δώσει στους πελάτες τα ρέστα τους.
02
δημόσιο ταμείο, κρατικό ταμείο
a treasury for government funds
03
till, μοραίνη
unstratified soil deposited by a glacier; consists of sand and clay and gravel and boulders mixed together
to till
01
καλλιεργώ, οργώνω
to prepare the soil for planting by digging, stirring, or turning it over using a tool such as a plow or a tiller
Transitive: to till soil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
till
γ΄ ενικό πρόσωπο
tills
ενεστώτα μετοχή
tilling
απλός αόριστος
tilled
παθητική μετοχή
tilled
Παραδείγματα
He tills the garden every spring to loosen the soil and remove weeds.
Καλλιεργεί τον κήπο κάθε άνοιξη για να χαλαρώσει το έδαφος και να αφαιρέσει τα ζιζάνια.
Λεξικό Δέντρο
tillable
tillage
till



























