tight-lipped
tight
taɪt
tait
lipped
lɪpt
lipt
white-lipped

Ορισμός και σημασία του "tight-lipped"στα αγγλικά

tight-lipped
01

κλειστόμυαλος, λίγοος

unwilling to speak freely or disclose information 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tight-lipped
συγκριτικός βαθμός
more tight-lipped
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She stayed tight-lipped and shook her head. 

Παραμένει βουβή και κούνησε το κεφάλι της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store