Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tighten up
01
στενέψει, ενισχύσει
to make something much more strict or limited
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
tighten
ενεστώτας
tighten up
γ΄ ενικό πρόσωπο
tightens up
ενεστώτα μετοχή
tightening up
απλός αόριστος
tightened up
παθητική μετοχή
tightened up
Παραδείγματα
The government is working to tighten up regulations on environmental standards.
Η κυβέρνηση εργάζεται για να ενισχύσει τους κανονισμούς για τα περιβαλλοντικά πρότυπα.



























