Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tighten up
[phrase form: tighten]
01
στενέψει, ενισχύσει
to make something much more strict or limited
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
tighten
ενεστώτας
tighten up
γ΄ ενικό πρόσωπο
tightens up
ενεστώτα μετοχή
tightening up
απλός αόριστος
tightened up
παθητική μετοχή
tightened up
Παραδείγματα
The organization aims to tighten up safety measures in the workplace.
Ο οργανισμός στοχεύει να ενισχύσει τα μέτρα ασφάλειας στον χώρο εργασίας.



























