Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tiger moth
01
ταιγερόσκωρος, αρκτιίδης
a type of moth known for its vibrant wing patterns and a defense mechanism of aposematism to ward off predators
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tiger moths
LanGeek



























