tied
tied
taɪd
taid
/tˈa‍ɪd/

Ορισμός και σημασία του "tied"στα αγγλικά

01

δεμένος, σφιχτά δένεται

bound or secured closely
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tied
συγκριτικός βαθμός
more tied
διαβαθμίσιμο
02

δεμένος, ενωμένος

bound together by or as if by a strong rope; especially as by a bond of affection
03

δεμένος, δεντρωμένος

fastened with strings or cords
04

δεμένος, πιασμένος

closed with a lace
05

ισόπαλος, ισοπαλία

of the score in a contest
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store