Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tied
01
δεμένος, σφιχτά δένεται
bound or secured closely
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tied
συγκριτικός βαθμός
more tied
διαβαθμίσιμο
02
δεμένος, ενωμένος
bound together by or as if by a strong rope; especially as by a bond of affection
03
δεμένος, δεντρωμένος
fastened with strings or cords
04
δεμένος, πιασμένος
closed with a lace
05
ισόπαλος, ισοπαλία
of the score in a contest
Λεξικό Δέντρο
untied
tied



























