tiebreaker
tie
ˈtaɪ
tai
brea
breɪ
brei
ker

Ορισμός και σημασία του "tiebreaker"στα αγγλικά

01

ισοπαλία, κατάργηση ισοπαλίας

a special additional round or rule used to determine a winner when the score is equal after regular play 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tiebreakers
Παραδείγματα
They played a tiebreaker to decide the winner of the tennis match. 

Έπαιξαν ένα tie-break για να αποφασίσουν τον νικητή του αγώνα τένις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store