to tie in
Pronunciation
/tˈaɪ ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "tie in"στα αγγλικά

to tie in
01

συμφωνώ, συνδέομαι με

to agree or have a connection with something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
tie
ενεστώτας
tie in
γ΄ ενικό πρόσωπο
ties in
ενεστώτα μετοχή
tying in
απλός αόριστος
tied in
παθητική μετοχή
tied in
02

συνδέω, δημιουργώ μια λογική σύνδεση

make a logical or causal connection
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store