Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tie in
01
συμφωνώ, συνδέομαι με
to agree or have a connection with something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
tie
ενεστώτας
tie in
γ΄ ενικό πρόσωπο
ties in
ενεστώτα μετοχή
tying in
απλός αόριστος
tied in
παθητική μετοχή
tied in
02
συνδέω, δημιουργώ μια λογική σύνδεση
make a logical or causal connection



























