tidiness
ti
ˈtaɪ
ται
di
di
ντι
ness
nəs
νασ
tininesstipsinesstitaness

Ορισμός και σημασία του "tidiness"στα αγγλικά

01

καθαρότητα, τακτικότητα

the trait of being neat and orderly 
tidiness definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tidinesses
02

καθαρότητα, τακτοποίηση

the habit of being tidy 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

untidiness
tidiness
tidy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store