tidily
Pronunciation
/tˈaɪdili/

Ορισμός και σημασία του "tidily"στα αγγλικά

01

τακτοποιημένα, καθαρά

in a clean, orderly, and well-arranged way
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The files were sorted tidily in alphabetical order.
Τα αρχεία ταξινομήθηκαν τακτοποιημένα με αλφαβητική σειρά.

Λεξικό Δέντρο

untidily
tidily
tidy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store