biology
bio
ˈbaɪɒ
μπαιο
lo
λα
gy
ʤi
τζι
geologyecologyapologyotology

Ορισμός και σημασία του "biology"στα αγγλικά

01

βιολογία, επιστήμη της ζωής

the scientific study of living organisms; the science that studies living organisms 
biology definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She developed a keen interest in biology and decided to pursue a career in medicine. 

Ανέπτυξε έντονο ενδιαφέρον για τη βιολογία και αποφάσισε να ακολουθήσει καριέρα στην ιατρική.

02

βιολογία, πανίδα και χλωρίδα

all the plant and animal life of a particular region 
03

βιολογία, επιστήμη της ζωής

characteristic life processes and phenomena of living organisms 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

biologic
biological
biologism
biology
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store