Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thunder
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The thunder rattled the windows during the intense storm.
Ο βροντή έκανε να τρεμοπαίξουν τα παράθυρα κατά τη διάρκεια της σφοδρής καταιγίδας.
02
βροντή, αστραπή
a long, loud sound that comes after lightning during a storm
03
βροντή, αστραπή
street names for heroin
to thunder
01
βροντώ, μουγκρίζω
move fast, noisily, and heavily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
thunder
γ΄ ενικό πρόσωπο
thunders
ενεστώτα μετοχή
thundering
απλός αόριστος
thundered
παθητική μετοχή
thundered
02
βροντώ, ωρύομαι
utter words loudly and forcefully
03
βροντώ, μπομπάρδισμα
to make or produce a loud noise
04
βροντώ, γκρινιάζω
be the case that thunder is being heard
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
thunderous
thundery
thunder



























