Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thunder
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The sudden clap of thunder made everyone jump.
Ο ξαφνικός κρότος του βροντή έκανε όλους να πηδήξουν.
02
βροντή, αστραπή
a long, loud sound that comes after lightning during a storm
03
βροντή, αστραπή
street names for heroin
to thunder
01
βροντώ, μουγκρίζω
move fast, noisily, and heavily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
thunder
γ΄ ενικό πρόσωπο
thunders
ενεστώτα μετοχή
thundering
απλός αόριστος
thundered
παθητική μετοχή
thundered
02
βροντώ, ωρύομαι
utter words loudly and forcefully
03
βροντώ, μπομπάρδισμα
to make or produce a loud noise
04
βροντώ, γκρινιάζω
be the case that thunder is being heard
Λεξικό Δέντρο
thunderous
thundery
thunder



























