Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thumping
01
βροντερός, συντριπτικός
having significant or impressive size and scale
Παραδείγματα
The construction team completed the project, leaving behind a thumping structure that dominated the city skyline.
Η ομάδα κατασκευής ολοκλήρωσε το έργο, αφήνοντας πίσω μια εντυπωσιακή δομή που κυριαρχούσε στο ορίζοντα της πόλης.
Thumping
01
χτύπημα, βροντή
a loud, heavy sound made by a strong hit or impact
Παραδείγματα
We followed the rhythmic thumping of the drums to find the parade.
Ακολουθήσαμε τον ρυθμικό κτύπο των ντραμ για να βρούμε την παρέλαση.
Λεξικό Δέντρο
thumping
thump



























