thuggery
thu
ˈθʌ
tha
gge
ry
ri
ri
skulduggery

Ορισμός και σημασία του "thuggery"στα αγγλικά

01

ληστεία, συμπεριφορά ληστή

violent, aggressive, or criminal behavior 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The town suffered from thuggery. 

Η πόλη υπέφερε από βανδαλισμό.

Λεξικό Δέντρο

thuggery
thug
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store