Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thuggery
01
ληστεία, συμπεριφορά ληστή
violent, aggressive, or criminal behavior
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The town suffered from thuggery.
Η πόλη υπέφερε από βανδαλισμό.
Λεξικό Δέντρο
thuggery
thug



























