Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Throwing away
01
πετάω, απαλλαγή
getting rid something that is regarded as useless or undesirable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
throwings away



























