Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Throwback
01
επιστροφή στο παρελθόν, ανάμνηση
a reappearance of an earlier characteristic
02
αταβισμός, οπισθοδρόμηση
an organism that has the characteristics of a more primitive type of that organism
03
επιστροφή στο παρελθόν, ανάμνηση του παρελθόντος
a person, thing, or event that recalls or resembles something from the past
Παραδείγματα
Her fashion choices are total throwbacks, but they look amazing.
Οι επιλογές μόδας της είναι ολοκληρωτικές αναδρομές, αλλά φαίνονται καταπληκτικές.
throwback
01
αταβιστικός, οπισθοδρομικός
characteristic of an atavist
Λεξικό Δέντρο
throwback
throw
back



























