Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thrifty
01
οικονομικός, φειδωλός
(of a person) careful with money and resources, avoiding unnecessary spending
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
thriftiest
συγκριτικός βαθμός
thriftier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A thrifty traveler, she always seeks budget-friendly accommodations.
Μια οικονομική ταξιδιώτης, αναζητά πάντα οικονομικές διαμονές.
02
οικονομικός, φειδωλός
using resources carefully and efficiently, often in order to save or avoid waste
Παραδείγματα
A thrifty person makes the most out of limited resources.
Ένας οικονομικός άνθρωπος κάνει το καλύτερο δυνατό από τους περιορισμένους πόρους.
Λεξικό Δέντρο
thriftily
thriftiness
thrifty
thrift



























