Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thriftshop
01
κατάστημα μεταχειρισμένων, μαγαζί με μεταχειρισμένα αντικείμενα
a shop where used items are sold cheaply
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thriftshops
Παραδείγματα
The thriftshop donates some of its profits to charity.
Το κατάστημα μεταχειρισμένων δωρίζει μέρος των κερδών του σε φιλανθρωπικούς σκοπούς.



























