thriftshop
thrift
ˈθrɪft
thrift
shop
ʃɑp
shaap
/θɹˈɪftʃɒp/

Ορισμός και σημασία του "thriftshop"στα αγγλικά

01

κατάστημα μεταχειρισμένων, μαγαζί με μεταχειρισμένα αντικείμενα

a shop where used items are sold cheaply
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thriftshops
Παραδείγματα
The thriftshop donates some of its profits to charity.
Το κατάστημα μεταχειρισμένων δωρίζει μέρος των κερδών του σε φιλανθρωπικούς σκοπούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store