threadworm
Pronunciation
/ˈθɹɛdˌwɝm/

Ορισμός και σημασία του "threadworm"στα αγγλικά

01

νηματώδης σκώληκας, νηματοειδής σκώληκας

a long tiny nematode that infests the intestines, especially rectum, of mammals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
threadworms
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store