Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thoroughgoing
01
διεξοδικός, προσεκτικός
very complete, careful, and attentive to detail
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thoroughgoing
συγκριτικός βαθμός
more thoroughgoing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her thoroughgoing preparation for the presentation impressed everyone.
Η διεξοδική προετοιμασία της για την παρουσίαση εντυπωσίασε όλους.
02
απόλυτος, ολοκληρωτικός
without qualification; used informally as (often pejorative) intensifiers



























