thoroughgoing
Pronunciation
/θʌɹˈoʊɡoʊɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "thoroughgoing"στα αγγλικά

thoroughgoing
01

διεξοδικός, προσεκτικός

very complete, careful, and attentive to detail
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thoroughgoing
συγκριτικός βαθμός
more thoroughgoing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her thoroughgoing preparation for the presentation impressed everyone.
Η διεξοδική προετοιμασία της για την παρουσίαση εντυπωσίασε όλους.
02

απόλυτος, ολοκληρωτικός

without qualification; used informally as (often pejorative) intensifiers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store