thornbill
thorn
θɔrn
θορν
bill
bɪl
μπιλ
/θˈɔːnbɪl/

Ορισμός και σημασία του "thornbill"στα αγγλικά

01

ακανθόραμφος, μικρό πτηνό με αγκαθωτό ράμφος

a small passerine bird with a compact size, short tail, and distinctive spiky bill
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thornbills
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store