Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to think up
[phrase form: think]
01
επινόηση, σκέφτομαι
to generate ideas or concepts, often in a creative manner
Transitive: to think up ideas or concepts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
think
ενεστώτας
think up
γ΄ ενικό πρόσωπο
thinks up
ενεστώτα μετοχή
thinking up
απλός αόριστος
thought up
παθητική μετοχή
thought up
Παραδείγματα
He is known for thinking up original and creative business strategies.
Είναι γνωστός για το να σκέφτεται πρωτότυπες και δημιουργικές επιχειρηματικές στρατηγικές.



























