Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to think up
01
επινόηση, σκέφτομαι
to generate ideas or concepts, often in a creative manner
Transitive: to think up ideas or concepts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
think
ενεστώτας
think up
γ΄ ενικό πρόσωπο
thinks up
ενεστώτα μετοχή
thinking up
απλός αόριστος
thought up
παθητική μετοχή
thought up
Παραδείγματα
Can you think up a catchy slogan for our new product?
Μπορείτε να σκεφτείτε ένα ελκυστικό σλόγκαν για το νέο μας προϊόν;



























