to think over
think
ˈθɪnk
think
o
əʊ
ew
ver

Ορισμός και σημασία του "think over"στα αγγλικά

to think over
01

σκέφτομαι προσεκτικά, αναλογίζομαι

to consider a matter carefully before reaching a decision 
Transitive: to think over a situation or decision
to think over definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
think
ενεστώτας
think over
γ΄ ενικό πρόσωπο
thinks over
ενεστώτα μετοχή
thinking over
απλός αόριστος
thought over
παθητική μετοχή
thought over
Παραδείγματα
I will think the job offer over during the weekend. 

Θα σκεφτώ την προσφορά εργασίας κατά το σαββατοκύριακο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store