Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to think about
[phrase form: think]
01
λαμβάνω υπόψη, σκέφτομαι
to take a person or thing's situation and circumstances into account while making decisions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
about
βασικό ρήμα
think
ενεστώτας
think about
γ΄ ενικό πρόσωπο
thinks about
ενεστώτα μετοχή
thinking about
απλός αόριστος
thought about
παθητική μετοχή
thought about
Παραδείγματα
As a manager, you need to think about the well-being of your employees.
Ως διαχειριστής, πρέπει να σκεφτείτε την ευημερία των υπαλλήλων σας.
02
σκέφτομαι, λαμβάνω υπόψη
to consider the advantages, disadvantages, and probability of an action
Παραδείγματα
Did you think about the risks before investing?
Σκέφτηκες τους κινδύνους πριν επενδύσεις;



























